Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Δεν είν’ εύκολες οι θύρες, Εάν η χρεία τες κουρταλή.


Το πρόβλεψε άραγε ο Δ. Σολωμός, όταν στην όμορφη Ζάκυνθο του 1823 έγραφε ‘τον Ύμνο εις την Ελευθερία’, ότι ο ύμνος αυτός θα ήταν τόσο επίκαιρος για την ‘μνημονιακή’ Ελλάδα του 2011; Ειδικότερα ο στίχος (10) , δραματικά προφητικός για την τωρινή μας πραγματικότητα:
‘ Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.’
Ο ύμνος όπως είναι γνωστό μελοποιήθηκε από τον Ν. Μάντζαρο πέντε χρόνια αργότερα το 1928. Καθιερώθηκε όμως σαν Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας το 1864. Όταν δηλαδή και -μετά την ανατροπή τού Όθωνα- ψηφίστηκε στην Αθήνα, το Σύνταγμα τού 1864, το οποίο εισήγαγε τον θεσμό της Βασιλευομένης Δημοκρατίας . Το σχετικό ΦΕΚ 48 /1864 βρίσκεται εύκολα στο Διαδίκτυο.
Έχουν περάσει από τότε 147 χρόνια. Αν η αριθμητική μου είναι σωστή, τα εγγόνια των ενηλίκων της εποχής εκείνης, πρέπει να έχουν τώρα μια μέση ηλικία 73 χρόνων. Τρίτη γενιά. Σοφοί……… τουλάχιστον από πλευράς ηλικίας .
Πόσοι όμως έχουν διαβάσει ολόκληρο τον Εθνικό Ύμνο, για να αναγνωρίσουν τον 10ο στίχο; Η αν τον έχουν διαβάσει τι έχουν διδαχθεί; Πόσοι αντιλαμβάνονται πραγματικά ότι η χρεία, η ανάγκη είναι αδυναμία. Είναι εξάρτηση/εθισμός που αναπόφευκτα οδηγεί στην υποδούλωση;

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Το βλέμμα της Πενθεσίλειας. Τέλος η αρχή;

Οι μεγάλες ανεξέλεγκτες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές των τελευταίων χρόνων, έχουν διαμορφώσει άλλους κανόνες ζωής άλλο ήθος, άλλους τρόπους διαπροσωπικής συναλλαγής. Έχουν επηρεάσει πολύμορφα όχι μόνο την ζωή αλλά και την συμπεριφορά, τα τελετουργικά σε επιθανάτιες καταστάσεις. Έχουν αλλάξει την ψυχολογική στάση απέναντι στον θνήσκοντα, εν τέλει απέναντι στον ίδιο τον θάνατο (του άλλου).
Η Marie de Hennezel στο βιβλίο της : ‘Δεν είπαμε αντίο’, αγγίζει με μεγάλη ευαισθησία και τολμηρή τεκμηρίωση ζητήματα αυτού του χαρακτήρα. Από την ευθανασία και ‘τον κλεμμένο θάνατο’ ως την πραγματική η πλασματική συμπόνια και την ανάγκη δομών της Πολιτείας για Συμπτωματική/παρηγορητική θεραπεία ( Palliative therapy). Καταγγέλλει την απουσία πρόνοιας για ανίατους ασθενούς όπως οι καρκινοπαθείς τελικών σταδίων. Υποστηρίζει με πολλά επιχειρήματα το δικαίωμα ενός ‘εξοφλημένου ανθρώπου’για ποιότητα και αξιοπρέπεια σε κάθε δευτερόλεπτο της προθανάτιας ζωής του. Την επιλογή του σε ένα θάνατο, ‘ ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά’.
Και είναι αλήθεια οι σύγχρονοι ρυθμοί επιβίωσης δεν αφήνουν ούτε χρόνο ούτε σκέψη στους υγιείς, για τις ανάγκες-τις πολλές ανάγκες- του υποβαθμισμένου ανήμπορου ανθρώπου που αργοπεθαίνει . Στην καλλίτερη περίπτωση έχει την φροντίδα μιας αλλοδαπής βοηθού που είναι ευτύχημα να μιλά λίγα Ελληνικά. Μήπως και μόνο με αυτά τα χρήματα θα μπορούσε να φιλοξενείται σε μια Κρατική δομή Συμπτωματικής/παρηγορητικής θεραπείας ( Palliative therapy) για ανίατους ασθενούς ; Αν βέβαια η Πολιτεία είχε την ευαισθησία, να προνοήσει για την λειτουργία τέτοιων κοινωνικών υπηρεσιών.
Γιατί μη γελιόμαστε, οι άνθρωποι ευτυχώς παραμένουμε απαράλλαχτα ίδιοι. Κάτω από την μάσκα του διαφορετικού ρόλου είμαστε εμείς, είμαστε και οι άλλοι. Οι πριν από εμάς, οι μετά από εμάς. Διαμορφωνόμαστε και διαμορφώνουμε. Προσλαμβάνουμε, κουβαλάμε και παραδίδουμε αναλλοίωτα τα ανθρώπινα αρχέτυπα -τις εξιδανικευμένες έννοιες που συμπυκνώνονται σε πρότυπα ανθρώπων, ηρώων και συμπεριφορών που πρέπει να τιμούνται και να αντιγράφονται. Είναι αυτό που υποστήριξε ο Carl Jung σε σχέση με τα αρχέτυπα, στην ανάλυση της προσωπικότητας. Η Μυθολογία και η Αρχαιοελληνική τραγωδία ιδιαίτερα του Σοφοκλή, είναι πηγές πλούσιες σε αρχέτυπα, το εννοιολογικό υλικό των οποίων δανείστηκαν οι μεγάλοι μελετητές της ανθρώπινης ψυχής .